Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Κελεπούρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Κελεπούρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

20.2.24

Έρμαιο


Η πόλη είναι μια σακούλα πλαστική

τυλιγμένη σφιχτά στο κεφάλι


Τεχνητός ήλιος

Τεχνητό φως

repeat


Αναπνέω εκκρίσεις μηχανών

πεθαμένες ζωές

χαμηλές τιμές


Τεχνητός ήλιος

Τεχνητό φως

repeat


Ιδρώτας και τσιμέντο καυτό

μυρμήγκια


Τρέξε, τρέξε

repeat


Τεχνητός ήλιος

Τεχνητό φως

repeat


1 λάθος

2 φταίχτες

Ω3

4 τοίχοι

5 μέρες

μια εξάδα αυγά

7 αμαρτίες

8 ώρες

9 παρά 10

0,666 το πετρέλαιο


Θες; Θέλω. Θες; Θέλω.

repeat


Πουλάω στο ebay την ψυχή μου

Κρέας


Πάρε, δώσε, πάρε, δώσε

repeat


Λούζομαι με φτηνή απομίμηση ευτυχίας κατασκευασμένη ειδικά για μένα


Για μένα

Εγώ

Εγώ

repeat

 

Ηλεκτρικές νυχτερίδες μου ρουφάνε το αίμα

Η καρδιά μου μια αντλία κενού


Χόρεψε, χόρεψε

repeat


Να κάνουμε έρωτα σα σαλιγκάρια στην όξινη βροχή

μέσα βαθιά

στη νύχτα


Τάισέ με

μέσα στη νύχτα

repeat


Διασκεδάζω στον πάτο πηγαδιών που έχουν στερέψει

Σκοτάδι


Γέλα, γέλα

repeat

Γιατί δε γελάς;


Λαβωμένα κορμιά περιφέρονται συγχυσμένα στη σκόνη

έχουμε πόλεμο εδώ


Κραυγές απόγνωσης σταματούν στο κόκκινο φανάρι

Προσοχή! Κόκκινο! Προσοχή Κόκκινο!


Φόβος και βία


Βιάσου, βιάσου

repeat


Χαλασμένα δίκτυα

Νευρωνικά

Στο μυαλό ξυράφι

Εκτός λειτουργίας

Εγώ εδώ δεν πιάνω σήμα

Χαλάνε τα καζανάκια 

χαλάνε οι υδρορροές

έχει κολλήσει το κοντάρι της ηλεκτρικής σκούπας

μου χάλασε ο θερμοσίφωνας

χαλάει ο καιρός από βδομάδα

χαλασμένες διαθέσεις

Αυτό έχει χαλάσει (δείχνει το μικρόφωνο)


Κοντόφθαλμα πλάσματα με αυχενικό σύνδρομο

και χαλασμένα δόντια μέσα

σε αδιαφανείς χρυσαλλίδες

τρέμουν μη σπάσει το κουκούλι.

Ένα απόστημα

Τι κάνεις εσύ;

Πάτα εδώ για έκπτωση

Καλά μωρε

Το είδες εκείνο το μέμε

Το μιμ

Μου έστειλε καρδούλα

Κάτσε να το γκουγλάρω

Χαριτωμένα γατάκια και άφθονη τσόντα

Θα βάλω φατσούλα

που κλαίει και γελάει ταυτόχρονα

Πάτα εδώ να αποδείξεις ότι είσαι άνθρωπος

Είδα στο ίντερνετ ότι

Τώρα που βρεθήκαμε να τα λέμε

Το σχόλιο διαγράφηκε

Το κατάλαβες;

1.6.23

Α-πορείες

 

Σε ποιά ρωγμή θα βλαστήσω;

Σε ποιά ηλιαχτίδα θα λουστώ;

Ποιο κύμα θα καβαλήσω;

Σε ποιά πνοή θα χαθώ;


Ποια σελίδα να γυρίσω;

Σε ποιό σανίδι να σταθώ;

Ποιό αστέρι να θωρήσω;

Σε ποιό βουνό ν' ανεβώ;


Ποια σκιά να κυνηγήσω;

Σε ποια σκιά θα κρυφτώ;

Ποια χείλη να φιλήσω;

Σε ποιο σταθμό θα κατεβώ;


Ποια ερώτηση να ρωτήσω;

Ποια απάντηση να δεχτώ;

Ποια αλήθεια να ζυγίσω;

Ποιο ψέμα να ασπαστώ;


Για πάντα θα αναρωτιέμαι;

Πάντα θα λαχταρώ;

Όταν ψηλά θα πλανιέμαι

θα έχω πια μάθει (;)

και δε θα ρωτώ;

27.5.23

Περίληψη μιας Πρακτικής για Λύτρωση



Έφτασε η ώρα

να καλέσω τη φάλαινα

από το βάθος

ενός πηγαδιού

να ανέλθω

σα σπείρα

να νιώσω

τον πόνο

να γλυκάνω

το αλάτι

στα βράχια

να προσευχηθώ

με ένα ποίημα

να έρθω

αργά

ποτέ δεν είναι

στο Σύμπαν

πάντα είναι

η ώρα της ψυχής

να χορέψει

έκπληκτη

σαν έρθει η ώρα

που σε μια παρέα

μόνη

τη φάλαινα

θα καλέσει

για να λυτρωθεί


2.4.23

A verbalistic imitation of an AI's impersonation of a poet


 

Upon my arrival
I try to become viral
My rival
A matter of survival
And like a spreading disease
I 'll spread my vision with ease
To all these
Who never cease
To displease
Being willing to decrease
The absence of meaning
From the beginning
With a slight unease i unravel
This verse
for the universe
To reverse
All that I repress
And to confess in distress
The absence of meaning
From the beginning
So in the end
Broken and bent
I tend to pretend
That I was sent here
For a reason
Though not
by my decision
Or thought
Physically brought
In this world
In vain
And there's no need to explain
The absence of meaning
From the beginning
Όλες οι αντ

20.5.22

Shooting Star

 Last full (fool?) moon's lyrics. Based on a true story.


You made my dream come true

and then you took it away

I guess I always knew

that you wouldn't stay


Alas

under a moonbathed stage

we played our parts

you as the leading girl

and me as a gazer of stars


It's not easy to learn the words in my script

cause i have none

It's not easy to play this role of this kid

who has no one


You are my shooting star

that granded a wish

(and took it away)

You are my shooting star

The one i could kiss

(with lips dry as clay)


Now that you've burned up high

and left your mark on my sky

I'm still looking up

searching for you

and wondering why..

(my shooting star,

 my little shooting star)

30.3.20

Κάθε μέρα

Κάθε μέρα περνά σα δίσκος που πηδάει
Στο ίδιο τραγούδι
Γρατζουνισμένη ζωή
Μια γάτα που βγάζει νύχια στο χάδι
δίπλα σ' ένα μπονζάι με ledακια και απίστευτα χαμηλή τιμή

Κάθε μέρα πλέω δίπλα σε μια βάρκα
Ένα παρατημένο αξιοθέατο σε μια πλατεία στολισμένη για κάποια ψεύτικη γιορτή
Με μαραμένα λουλούδια
Που τα δώρισαν φρέσκα

Κάθε μέρα γιορτάζω απόκριες
χωρίς μάσκα
μα με αμφίεση κι ένα προσωπείο
χωρίς ταυτότητα
Σα νηστίσιμα φαγητά υψηλής γαστρονομίας
πιο κρύα μέσα παρά έξω

Κάθε μέρα αφήνω το δίσκο που πηδάει
να παίζει
γιατί έχει βιολιά
Και έτσι θυμάμαι ότι μπορώ ακόμα να κλάψω

13.3.18

Σε ένα ανοιξιάτικο λιβάδι

Σε ένα ανοιξιάτικο λιβάδι θα βρεθώ
Μια μέρα
Και στη σκιά ενός δέντρου
Από κάτω θα σταθώ


Και δε θα έχω τίποτα να κάνω
Μήτε να πω


Γιατί όσα νιώθω
και ό,τι σκέφτομαι
Τα έχει ήδη πει


Ένα ανθισμένο λουλούδι

10.4.17

Καβούρι

Σήμερα φυσάει
ένας αέρας που σε παρακινεί
Θα 'θελα να έχω ένα πανί
Να φουσκώσει

Χθες έβγαλα τα κλειδιά από την τσέπη του μπουφάν μου
Άνοιξα την πόρτα
και μπήκα σε ένα σπίτι
που μετά κατάλαβα
ότι δεν ήταν δικό μου

Αύριο. Ποιος ξέρει?
Μακάρι να φυσάει ακόμα

12.12.16

A Lonely Night

 Let the Fool conspire with the universe
Nothing is written on your fate
Life is but a consequence
Of the choices we make

Murphy is right
But if you don't fight
Lady Luck is gonna end up alone
This night

Let the moon
Shine
Let it take away the spell
Of your zodiac sign
This night
This moonlit night

So don't be afraid
Of the path
you chose to take

Cause in every turn
A new open road
is waiting
soft and green

Like a viper
Like a deadly snake

Nothing is sacred
and everything is united

But if you believe
That you will live
forever

Than you might think
there's a chance
That the light

Won't bring an end
To this night

This lonely night

Ηλιος και Βία

 (οι παρακάτω στίχοι είναι εμπνευσμένοι από το άλμπουμ Sun and Violence των Heroin in Tahiti)

Η ιεροτελεστία τελέσθηκε,

Και από τη μια στιγμή στην άλλη
έγινε μέρα.

Στην αρένα, οι μονομάχοι παζάρευαν το μέλλον τους,

ΧΑΊΡΕ ΚΑΊΣΑΡΑ ΜΕΛΛΟΘΑΝΑΤΕ
φωνάζοντας, και
Χτίζοντας με Ήλιο και Βία

την εξύμνηση μιας στιγμής αιώνιας,
ένα Συνεχές Μνημείο.

Η κουρούνα κρατούσε το ρυθμό και ο τζίτζικας τη μελωδία
Και όταν επικράτησε η ησυχία,
ένας άνδρας που εξασκούσε κρυφά τη Σαντερία

διέσχιζε τη νύχτα

7.12.16

Dreams of You



I go to sleep
just to dream of you
I close my eyes
and there you stand
distant as ever


But this is my dream
And as I see fit
you come closer
Or so it seems


Your figure moves with the wind
like a memory
through a mist of others
as you come to me
the others fade
like your memory


And here you are
at arms reach
I'm hoping to learn
the secrets that you teach


Before we kiss
your sad smile shines
comes the dawn
and all my hope is gone

4.11.15

Σταδίου (& Ομήρου γωνία)

Ένα μικρό διήγημα που έγραψα στα πλαίσια ενός διαγωνισμού που είχε διοργανώσει ο Ιανός. Ήταν τότε που η Αθήνα καιγόταν συχνά. Τότε που ακόμα δεν είχαμε μουδιάσει εντελώς από το "δόγμα του σοκ" και υπήρχε ακόμα κουράγιο για να βγεις στους δρόμους...




ΣΤΑΔΙΟΥ
(& ΟΜΗΡΟΥ ΓΩΝΙΑ)





«Που πας?»
Η ηλεκτρισμένη ματιά που της έριξε θα μπορούσε να την τινάξει στον αέρα. Αλλά ήταν συνηθισμένη. Ο Αλέξης, έτσι ήθελε να τον φωνάζει, κάποτε ήταν απλά «το μωρό της». Τώρα πλέον είχε χάσει την αθωότητα και την αγάπη από μέσα του και τα μάτια με τα οποία την κοίταζε, ήταν μονίμως σκληρά.
«Να προσέχεις…» του είπε με εκείνο το κενό βλέμμα που ήταν η μόνη της άμυνα και τα λόγια της χτύπησαν απότομα στην πόρτα που έκλεισε με πάταγο πίσω του. Αν και φαινόταν ότι δεν την άκουγε, ήξερε ότι όσα του έλεγε αντηχούσαν μέσα του σα προσευχή. Ήξερε ότι βγαίνοντας από την πόρτα θα ήταν προσεχτικός. Ήταν καλό παιδί.
«Τι ασχολιέσαι?» Έκρωξε με τη βαριά από τον τσιγαρόβηχα φωνή, σηκώνοντας το θολό του βλέμμα από την εφημερίδα και κοιτάζοντας την πόρτα και τη γυναίκα του με την ίδια απαθή απέχθεια. «Θα πάει να συναντήσει πάλι εκείνο τον αλήτη, τον ξεφτιλισμένο, τον κωλοεβραίο, τον Άγγελο. Γαμώ τη φάρα του…» πρόσθεσε απευθυνόμενος στον αέρα με ύφος χιλίων αυτοδίκαιων καρδιναλίων.
Το κενό της βλέμμα εστίασε στο γερασμένο πρόσωπό του και αναρωτήθηκε για μια ακόμη φορά πώς κατάφερε αυτός ο άνθρωπος να ποτιστεί με τόσο μίσος.
Χωρίς να πει κουβέντα, γύρισε στην τηλεόραση που οι εύπεπτες εικόνες και οι ασήμαντες αερολογίες γέμιζαν με τον ήχο τους το δωμάτιο και έκαναν ακόμα χειρότερη την παγωμένη σιωπή που επικρατούσε μεταξύ τους.

Το πρώτο φως της μέρας φανέρωνε έναν αλύγιστο ουρανό στο χρώμα της καταχνιάς της ψυχής του. Αυτός ο χειμώνας είχε εξελιχθεί στο χειρότερο της μέχρι τώρα ζωής του. Η μυρωδιά της ανθισμένης νεραντζιάς που έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο και του φρέσκου καφέ που μόλις είχε φτιάξει, δεν ήταν αρκετά για να του δώσουν κουράγιο να συνεχίσει. Θα το έβρισκε όμως, σφίγγοντας τα δόντια. Αυτό έκανε από τη μετάθεση μέχρι σήμερα. Αυτό έκανε από την αποβολή μέχρι σήμερα. Αυτό έκανε από τότε που ένιωσε αυτή την αναθεματισμένη κρίση να χαϊδεύει με τα μακριά, σκελετωμένα από τη λιτότητα δάχτυλά της, τη ζωή του.
Σκεφτόταν τη σημερινή βάρδια, πίνοντας μετρημένες γουλιές από το ζεστό καφέ, όταν μπήκε στην κουζίνα, αναμαλλιασμένη από τον ύπνο, η Χαρά.
Την κοίταξε με ένα κουρασμένο χαμόγελο και την ελπίδα να του πει μια κουβέντα.
«Καλημέρα…»
Δεν του έδωσε σημασία. Είχε να ασχοληθεί μαζί του από την αποβολή, λες και ήταν υπεύθυνος. Η παρουσία του είχε αποκτήσει την ίδια βαρύτητα με ένα ομιλών έπιπλο. Συνέχισε την πρωινή της ρουτίνα, και όποτε έπρεπε να ανταποκριθεί με μια κίνησή του στις δικές της, όπως το να κάνει στην άκρη για να ανοίξει το ψυγείο, στεκόταν μπροστά του αμίλητη περιμένοντας να καταλάβει τηλεπαθητικά τις προθέσεις της.
Σκέφτηκε ότι το να σπάσει στο ξύλο μερικούς διαδηλωτές σήμερα, δε θα τον έβγαζε από την κόλαση που ζούσε. Το αντίθετο μάλιστα. Μετά από το σημερινό θα είχε να αντιμετωπίσει πέρα από την προσωπική του κόλαση και την κατακραυγή της κοινωνίας.

Ο Άγγελος τον περίμενε καθισμένος με τα πόδια πάνω στο παγκάκι, φορώντας εκείνο το πονηρό χαμόγελο που κανείς δε μπορούσε να μαντέψει τί υπονοούσε. Ήταν τόσο υποχθόνιο και χαρωπό που θα μπορούσε να σημαίνει από «μια κουβέντα ακόμα και σε γάμησα» μέχρι «πολύ χαίρομαι που σε βλέπω». Ίσως αυτό το χαμόγελο να είχε πυροδοτήσει όλες αυτές τις ιστορίες που ακούγονταν για εκείνον. Ίσως πάλι όλες οι ιστορίες που είχε ακούσει να ήταν αλήθεια.
Ήταν περίπου έξι μήνες που τον είχε γνωρίσει, από εκείνη τη μέρα των επεισοδίων με τους αλλοδαπούς που είχαν ψάξει άσυλο στη σχολή του, και το μόνο που είχε μάθει από τότε για εκείνον, ήταν το όνομά του. Άγγελος. Ούτε καν επίθετο. Ό,τι άλλο ήξερε, ή τέλος πάντων όσα νόμιζε ότι ήξερε, ήταν απλά ιστορίες.
Είχε ακούσει ότι είχε πάρε δώσε με διοικητή συγκεκριμένου αστυνομικού τμήματος, που το Εσωτερικών Υποθέσεων το επισκεπτόταν συχνά, χωρίς κανένα ιδιαίτερο λόγο, και χωρίς να μαθαίνει κανείς τις συγκεκριμένες επισκέψεις.
Είχε ακούσει ότι ήταν κολλητός με τον υπαρχηγό του πυρηνάρχη του μεγαλύτερου πυρήνα ακροδεξιών των δυτικών προαστίων και ότι στη δολοφονία του παιδιού στο Κερατσίνι ήταν εκεί, χαμογελώντας από απόσταση.
Η ηλικία του ήταν ακαθόριστη, κάτι μεταξύ εικοσιπέντε και σαρανταπέντε και έτσι δε φαινόταν καθόλου απίθανο που ακουγόταν ότι είναι ο φερόμενος ως συγγραφέας για πολλές προκηρύξεις των «Πυρήνων της Φωτιάς», της «Σέχτας Επαναστατών», της «17 Νοέμβρη», του «Επαναστατικού Αγώνα», της «Ομάδας Λαϊκών Αγωνιστών», της «Φράξιας Ενιαίο Μέτωπο Αντικαπιταλιστικής Αναδιοργάνωσης» και μερικών φυλλαδίων για τους Αντβεντιστές της Έβδομης Ημέρας.
Σήμερα θα του έδινε όπλο.
«Που είσαι ρε κωλόπαιδο?» του είπε με μάτια που γυάλιζαν έξυπνα και εξέταζαν κάθε λεπτομέρεια πάνω και γύρω του.
«Δεν άργησα…» απάντησε ο Αλέξης κοιτώντας το ρολόι του. «Τι λέει? Οκ?»
«Καλά ρε μαλάκα. Ήθελα να δω όμως ΕΣΥ πως θα ήσουν, αν σε είχα στημένο τόση ώρα με το «εργαλείο» στην τσέπη.»
«Έλα ρε Άγγελε. Δέκα λεπτά άργησα.»
«Σε δέκα λεπτά πόσοι ΔΙΑΣ με κόζαραν ξέρεις?»
«Ώχου ρε Άγγελε. Όρεξη έχεις? Αφού ξέρω ότι εσύ δεν έχεις ανάγκη.»
«Έχεις εσύ ρε μαλάκα όμως.» Το βλέμμα του ήταν σκληρό αλλά είχε κάτι το μυστηριώδες ελκυστικό. Ο Αλέξης χαμήλωσε τα μάτια και ξεφύσησε.
«Να σου πω…»
Σήκωσε το βλέμμα.
«Είσαι σίγουρος ρε μαλακισμένο?»
Ο Αλέξης δεν απάντησε. Τι θα μπορούσε να του πει? «Δεν είμαι σίγουρος αλλά δε μπορώ να κάνω πίσω τώρα…»? Αφού του το είχε υποσχεθεί θα το έκανε. Άσχετα από το αν την υπόσχεση του την είχε αποσπάσει με τρόπο που θα έκανε ιεροεξεταστή να τα παρατήσει όλα και να αφοσιωθεί σε μαθήματα marketing και διπλωματίας. Κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
«Ωραία. Το σχέδιο το ξέρεις. Μόλις ρίξεις τις προειδοποιητικές θα σε ακολουθήσω προς Σταδίου και πριν την Αμερικής που θα είναι στημένοι οι δικοί μας, μου δίνεις το… μέσα στο χαμό και καθάρισες…»
«Οκ.» Ήθελε να τον ρωτήσει «Τι θα το κάνεις» αλλά δε τολμούσε. Δεν είχε νόημα άλλωστε. Τί μπορεί να χρησιμεύσει ένα «καθαρό» όπλο σε μια διαδήλωση? Δεν ήθελε και πολύ φαντασία.
«Άντε λεβέντη. Τα λέμε σε λίγο…» του είπε χτυπώντας τον ελαφρά στον ώμο, κλείνοντας του πονηρά το μάτι και φεύγοντας με τη σβελτάδα γυμναστή και τη χάρη αρπακτικού.

Το κράνος του, από τη ζέστη και τον ιδρώτα, είχε μετατραπεί σε όργανο βασανιστηρίου. Στην αριστερή πλευρά, κόκκινη μπογιά του περιόριζε το οπτικό πεδίο. Στη δεξιά το πλαστικό είχε γδαρθεί από μια κοτρώνα που τον είχε βρει ξόφαλτσα, λίγο πριν φορέσουν τις αντιασφυξιογόνες και τους πλακώσουν στα χημικά.
Αν και φορούσε τη μάσκα, η μυρωδιά των χημικών, των καμένων λάστιχων και των μολότοφ, τον έπνιγε. Η φασαρία από τα συνθήματα, τις σειρήνες και τις αλλεπάλληλες εκρήξεις από τα όπλα πλαστικών σφαιρών και των χειροβομβίδων κρότου-λάμψης, αντηχούσαν στα αυτιά του σα να βρισκόταν κάτω από τη θάλασσα και του προκαλούσε ναυτία. Έσφιγγε όμως τα δόντια και το κλομπ και χτυπούσε όποιον πλησίαζε.
Μέσα από τους καπνούς και το περιορισμένο οπτικό του πεδίο, είδε τον αλήτη που έβγαζε όπλο. Από ένστικτο φώναξε «όπλο», αλλά μέσα στον πανικό αμφέβαλλε αν τον άκουσε κανείς, και ταυτόχρονα παραξενεύτηκε που το κωλόπαιδο προχωρούσε σαν υπνωτισμένο ανάμεσα στο εξαγριωμένο πλήθος, λίγο πριν τον δει να πυροβολεί. Φοβήθηκε για τα χειρότερα.
Το πλήθος στιγμιαία πάγωσε και αμέσως αραίωσε σκορπίζοντας προς κάθε κατεύθυνση. Ο ύποπτος σάστισε και αυτός από τον αντίκτυπο που είχαν στο πλήθος μερικές αληθινές πιστολιές στον αέρα και φάνηκε ότι δεν είχε ξαναχρησιμοποιήσει «σιδερικό». Για δυο δευτερόλεπτα έμεινε να κοιτάζει γύρω του και μαζεύοντας το όπλο, εξαφανίστηκε προς τη Σταδίου.
Αδιαφορώντας για τις διαταγές του, που ήταν να παραμείνει στη Βασιλέως Γεωργίου με την υπόλοιπη διμοιρία, έτρεξε ξοπίσω του.

Η αδρεναλίνη χτυπούσε στα μηνίγγια του πιο δυνατά και από τα σφυριά της επανάστασης. Ο δρόμος ήταν γεμάτος από ανθρώπους που έτρεχαν αλλοπρόσαλλα, κρατώντας στο πρόσωπό τους βρεγμένα μαντήλια, φορώντας κασκόλ “ιντιφάντας”, κράνη μηχανής και αντιασφυξιογόνες μάσκες.
Μια μικρή συμμορία φάνηκε να πλησιάζει προς το μέρος του, κρατώντας μαδέρια, σφυριά και σπασμένα μάρμαρα και ανάμεσά τους αναγνώρισε τον Άγγελο από το δερμάτινο μπουφάν σε στυλ αμερικανικής αεροπορίας. Έτρεξε προς τα εκεί και η συμμορία τον περικύκλωσε. Η ανταλλαγή έγινε γρήγορα και αόρατα.
Μόλις έδωσε το όπλο στον Άγγελο, έφυγε τρέχοντας προς την Αμερικής και φτάνοντας στην Πανεπιστημίου, η βιαιότητα των επεισοδίων τον ανάγκασε να ξανακατέβει στη Σταδίου ακολουθώντας την Ομήρου. Κοιτώντας πίσω του, είδε έναν μπάτσο με όπλο στο χέρι να τον κυνηγά. Πανικοβλήθηκε.

Μέσα από σπασμωδικές εικόνες και τον ήχο της κοφτής αναπνοής του από την υπερπροσπάθεια, κρατούσε το βλέμμα του καρφωμένο πάνω στον οπλοφόρο και σε μια στιγμή απογοητεύτηκε όταν τον είδε να χάνεται στο πλήθος, περικυκλωμένος από μια ομάδα αναρχικών. Όταν τον είδε να τρέχει και πάλι στην Αμερικής, έβγαλε το όπλο του, νομίζοντας ότι ο αληταράς κρατούσε ακόμα το δικό του και τον ακολούθησε τρέχοντας, σε όλη την Αμερικής, μέχρι που βγήκε Πανεπιστημίου και πάλι πίσω, μέσω Ομήρου, στη Σταδίου.
Τη στιγμή που ο οπλοφόρος πήγαινε να διασχίσει τρέχοντας τη Σταδίου, τον είδε να στροβιλίζεται μακάβρια, να χάνει το βηματισμό του και να σωριάζεται στο δρόμο, ακριβώς στη γωνία με την Ομήρου.
Έτρεξε πίσω του κοιτώντας τριγύρω και πριν προλάβει να καταλάβει τι είχε συμβεί, είδε την ανατριχιαστική λίμνη αίματος να δημιουργείται γύρω από το νεαρό. Ήταν τόσο νέος… Τα δελτία ειδήσεων και η λαϊκή οργή είχαν βρει άλλο ένα θύμα που θα πυροδοτούσε τη φωτιά του μίσους, σκέφτηκε και προσπάθησε να προστατεύσει το παιδί που κείτονταν πιθανόν νεκρός μπροστά του, καλώντας ταυτόχρονα από τον ασύρματο για ασθενοφόρο.
Το άγαλμα του Κολοκοτρώνη του έδειχνε το δρόμο. Λίγο πριν το βλέμμα του ακολουθήσει το δάχτυλο που έδειχνε στο μοναδικό φωτεινό σημείο, καθώς ο κόσμος γύρω του σκοτείνιαζε, είδε τον Άγγελο με το γνωστό χαμόγελο στο πρόσωπό του και ένα όπλο, που ήξερε ποιος του το είχε δώσει, να τον σημαδεύει. Στην αντίθετη κατεύθυνση είδε άλλον έναν μπάτσο, όχι αυτόν που τον κυνηγούσε, να τον σημαδεύει έκπληκτος με το δικό του όπλο.
Έπεσε στο δρόμο με φόρα, άγαρμπα, αλλά δεν ένιωσε πόνο. Είδε στο μπουφάν του δυο τρύπες και κατάλαβε ότι ήταν από δυο σφαίρες. Αδιάφορος, παραδόθηκε στο σκοτάδι και, ανάμεσα στα ακατάληπτα λόγια ενός μπάτσου που στεκόταν από πάνω του και στην οχλαγωγία, το τελευταίο πράγμα που άκουσε ξεκάθαρα, ήταν τα λόγια της μάνας του: «Πρόσεχε»

Αφού κάλεσε ασθενοφόρο και ενισχύσεις, γονάτισε, άφησε την ασπίδα στο πλάι και έπιασε τον παλμό του νεαρού. Πέταξε το κράνος απογοητευμένος. Ένας κόμπος που δεν οφειλόταν στα χημικά, του έσφιγγε το λαιμό σα θηλιά και τον έπνιγε.

«Πόσοι ακόμα?» σκέφτηκε. Κοίταξε γύρω. «Για πόσο ακόμα?»

6.8.15

Σεληνιακή Εκδοχή

Η καλύτερη πανσέληνος των τελευταίων ετών ήταν αυτή του Αυγούστου 2014. Μου χάρισε ένα ποίημα, ένα ταξίδι κι ένα φίλο. Μου πήρε όμως το εσώρουχό μου

ΣΕΛΗΝΙΑΚΗ ΕΚΔΟΧΗ

Τη μέρα που θα αποφασίσεις να κυνηγήσεις το φεγγάρι,
η Πανσέληνος θα σου δείξει το δρόμο.
Τη στιγμή που θα συμφιλιωθείς με Εκείνη,
θα νιώσεις και το κάλεσμά της.

Και όταν σου δείξει σε ποιο κύμα να σκαρφαλώσεις,
φρόντισε η θάλασσα να είναι σκοτεινή και να σε περιμένει.
Για να τυλίξει το γυμνό σου κορμί, με μια ασημί λωρίδα μόνο.

Τότε αφέσου. Και κοίτα καλά. Το φεγγαρόφωτο λάμπει για να σου δείξει.
Ότι κάπου εκεί τριγύρω, στην παρατημένη βάρκα στην αμμουδιά ίσως,
βρίσκεται ένα γέλιο.
Πιάστο. Και κράτα το όσο αντέξεις. Αυτό και το κύμα.
Έτσι, όταν το γέλιο σε αφήσει ξέπνοο και το κύμα βρεγμένο στο κρύο,
θα έχεις την Σελήνη να κατηγοράς.